Made in Greece ο Χ. Πλιάτσικας που η εκπληκτική έρευνα του έλαβε παγκόσμια αναγνώριση – »Πώς η ξένη γλώσσα προστατεύει τον εγκέφαλο ως τα βαθιά γεράματα»!

1

Ανακαλύψαμε πριν από λίγες μέρες έναν ακόμα Έλληνα που διαπρέπει στο εξωτερικό τον Χρήστο Πλιάτσικα, ερευνητή στη ψυχολογία ο οποίος μέσω της έρευνας του για τις ευεργετικές ιδιότητες που έχει η εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας για τον ανθρώπινο εγκέφαλο έλαβε παγκόσμια αναγνώριση!

Το eirinika.gr λοιπόν, »έφτασε» μέχρι το Κεντ, βρήκε τον Χ. Πλιάτσικα και μίλησε μαζί του για την έρευνα του, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη ξένη γλώσσα κάνει τον εγκέφαλο να δουλεύει καλά ως τα βαθιά γεράματα!

Δείτε την συνέντευξη του Χρήστου Πλιάτσικα:

Ειρήνη Νικολοπούλου: Τι ακριβώς είναι αυτό που ανακαλύψατε; Εξηγήστε μας με 2 λόγια τον μηχανισμό με τον οποίο μια ξένη γλώσσα βοηθάει στην εκγύμναση του μυαλού.

Χρήστος Πλιάτσικας: Παλαιότερες έρευνες έχουν δείξει ότι ηλικιωμένοι δίγλωσσοι έχουν καλύτερα διατηρημένη τη λευκή ουσία του εγκεφάλου. Η λευκή ουσία αποτελείται από τους άξονες των νευρόνων του εγκεφάλου μας, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την επικοινωνία των διαφόρων περιοχών του εγκεφάλου. Είναι δε λευκή, γιατί οι άξονες καλύπτονται από τη μυελίνη, μια ουσία που «μονώνει» τους άξονες και κάνει την επικοινωνία πιο αποτελεσματική.

Έχει λοιπόν προταθεί ότι, επειδή οι δίγλωσσοι πρέπει ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιούν τη μία τους γλώσσα καταπιέζοντας τη δεύτερη (και αντίστροφα), κάτι το οποίο οι μονόγλωσσοι δεν κάνουν, χρειάζεται περισσότερη μυελίνωση των αξόνων. Αυτό οδηγεί σε καλύτερη διατήρηση της δομής της λευκής ουσίας σε μεγάλη ηλικία. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι ο χειρισμός δύο γλωσσών επιβραδύνει τον φυσικό εκφυλισμό της λευκής ουσίας. Στις προηγούμενες έρευνες οι συμμετέχοντες ήταν ήδη ηλικιωμένοι που μιλούσαν δύο γλώσσες για όλη τους τη ζωή και από πολύ μικρή ηλικία, ουσιαστικά μία υποκατηγορία διγλώσσων.

Ξεκινώντας από αυτό, εμείς θέλαμε να δούμε κατά πόσο αυτή η ενίσχυση της εγκεφαλικής δομής μπορεί να εντοπιστεί και σε νεότερους δίγλωσσους, που ξεκίνησαν να μαθαίνουν τη δεύτερή τους γλώσσα στην ηλικία των 10 ετών περίπου (όπως είναι πολύ συνηθισμένο και στην Ελλάδα), αλλά που επίσης είναι και ενεργοί χρήστες των δύο γλωσσών (πχ. μητρική στο σπίτι και δεύτερη γλώσσα στην εργασία). Οπότε εξετάσαμε μια ομάδα 20 νεότερων (30 ετών κατά μέσο όρο) διγλώσσων, που μιλούσαν Αγγλικά σαν δεύτερη γλώσσα και ζούσαν στην Μεγ. Βρετανία για 7-8 χρόνια, και τους συγκρίναμε με 25 μονόγλωσσους της ίδιας ηλικίας και εκπαίδευσης.

Αυτό που βρήκαμε είναι ενίσχυση της λευκής ουσίας στους διγλώσσους μας, και μάλιστα στις ίδιες περιοχές που είχαν βρεθεί και στους ηλικιωμένους διγλώσσους. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι τα όποια πλεονεκτήματα της διγλωσσίας στον εγκέφαλο μπορούν να προκύψουν και νωρίτερα στη ζωή, χωρίς η δεύτερη γλώσσα να έχει μαθευτεί πολύ νωρίς, αρκεί να υπάρχει συνεχής χρήση και εναλλαγή των δύο γλωσσών.

Ε.Ν: Ποια είναι η καλύτερη ηλικία για ένα παιδί να ξεκινήσει την εκμάθηση μας ξένης γλώσσας;

Χ.Π: Τα υπάρχοντα δεδομένα συνηγορούν στο όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα, κυρίως όσον αφορά την εκμάθηση της γραμματικής και της φωνολογίας. Υπάρχουν πολλές μελέτες που δείχνουν ότι δίγλωσσοι που έμαθαν τη δεύτερη γλώσσα σχεδόν ταυτόχρονα με την πρώτη έχουν καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με εκείνους που άρχισαν μετά τα 6-7 έτη. Ωστόσο, νεότερες μελέτες δείχνουν ότι η έκθεση σε περιβάλλον που μιλά την δεύτερη γλώσσα ευνοεί σημαντικά την μάθηση και τη χρήση της, ακόμα και για αυτούς που άρχισαν αργότερα.

Ε.Ν: Βοηθάει σε μεγάλη ηλικία η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας;

Χ.Π: Θα έλεγα ότι δεν υπάρχει κανένα μειονέκτημα στην εκμάθηση γλωσσών, ανεξαρτήτως ηλικίας-μερικοί από τους συμμετέχοντές μας άρχισαν να μαθαίνουν αγγλικά στην ηλικία των 18! Όσον αφορά ηλικίες μεγαλύτερες από αυτές του δείγματός μας, δεν γνωρίζουμε ακόμα αν η εκμάθηση γλωσσών έχει τα ίδια πλεονεκτήματα όσον αφορά την εγκεφαλική δομή- είναι πιθανόν ότι η δυνατότητα του εγκεφάλου να αυξάνει τη μυελίνη μειώνεται με την ηλικία, αλλά αυτό θα πρέπει να ερευνηθεί με ένα καινούργιο πείραμα.

Ε.Ν: Πώς οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η άνοια αποτρέπεται ή έστω μειώνεται σημαντικά μέσω των ξένων γλωσσών;

Χ.Π: Να ξεκαθαρίσω πρώτα ότι τα ευρήματά μας δεν παρέχουν αποδείξεις υπέρ/κατά της αποτροπής ή επιβράδυνσης της άνοιας μέσω της εκμάθησης ξένων γλωσσών. Παρ΄όλα αυτά μια σειρά από πρόσφατες έρευνες έχουν προτείνει ότι οι ηλικιωμένοι δίγλωσσοι έχουν καλύτερες επιδόσεις από συνομήλικους μονόγλωσσους σε γνωστικές δοκιμασίες που αφορούν στην προσοχή και στις εκτελεστικές λειτουργίες. Επομένως έχουμε στοιχεία που συνηγορούν στα γενικότερα γνωστικά πλεονεκτήματα της διγλωσσίας. Είναι πολύ πιθανό τα πλεονεκτήματα αυτά να συνδέονται με την ενισχυμένη λευκή ουσία, όπως τη βρίσκουμε εμείς, αλλά αυτό δεν έχει αποδειχτεί ερευνητικά ακόμα με βεβαιότητα.

Ε.Ν: Αν κάποιος γνωρίζει περισσότερες από 1 ξένες γλώσσες, οι πιθανότητες μειώνονται περισσότερο;

Χ.Π: Δεν υπάρχουν πολλές σχετικές μελέτες, και παρ’όλο που οι πολύγλωσσοι δείχνουν να έχουν ένα γνωστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους μονόγλωσσους, δεν είναι ξεκάθαρο το αν υπερτερούν σε σχέση με τους δίγλωσσους. Εξάλλου, είναι λίγοι οι πολύγλωσσοι που χρησιμοποιούν όλες τις γλώσσες τους εξίσου.

Η επίσης Ελληνίδα Ελισάβετ Μοσχολπούλου, συμμετείχε και αυτή στο team της έρευνας

Ε.Ν: Από πόσα και ποια άτομα αποτελείται η ομάδα σας;

Χ.Π: Η έρευνα αυτή έγινε ενώ εργαζόμουν στο Centre for Integrative Neuroscience and Neurodynamics, University of Reading, σε συνεργασία με τον υπεύθυνο του κέντρου, τον Professor Doug Saddy. Στην ομάδα ήταν επίσης η Ελισάβετ Μοσχοπούλου, μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο πρόγραμμα Ανάπτυξης και Ψυχοπαθολογίας.

Ε.Ν: Πόσος καιρός χρειάστηκε προκειμένου να ολοκληρώσετε την έρευνα σας;

Χ.Π: Το πείραμα ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2012 και ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2013. Από εκεί και πέρα χρειάστηκα λίγο περισσότερο από ένα χρόνο για την ανάλυση των δεδομένων και την συγγραφή του άρθρου, συν τους 4-5 μήνες που χρειάστηκε το περιοδικό μέχρι να το δημοσιεύσει.

Ε.Ν: Θα επιστρέφατε ποτέ στην Ελλάδα;

Χ.Π: Είμαι ευχαριστημένος με τη ζωή μου εδώ, κυρίως όσον αφορά την επαγγελματική μου εξέλιξη και αποκατάσταση, οπότε η επιστροφή μου στην Ελλάδα δεν είναι στα σχέδιά μου.

Ε.Ν: Τι εικόνα έχουν οι Άγγλοι για εμάς τους Έλληνες;

Χ.Π: Προσωπικά δεν έχω βιώσει διακρίσεις, υποτιμητικά σχόλια ή οτιδήποτε άλλο, αλλά και ούτε κάποια αυξημένη εκτίμηση σε σχέση με άλλες εθνικότητες. Στο χώρο μου είναι πολύ συνηθισμένο να δουλεύουν άνθρωποι από διάφορες εθνικότητες, και η διαφορετική καταγωγή δεν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Οι Άγγλοι πάντως είναι αρκετά ενημερωμένοι για τα περί της Ελλάδας, και ιδιαίτερα τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις.

 

Who is who

Γεννήθηκε στις Αχαρνές Αττικής το 1981. Το 2004 έλαβε το πτυχίο Ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, και στη συνέχεια πήγε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου έκανε μεταπτυχιακό στις Κλινικές Νευροεπιστήμες (2005, Institute of Neurology, University of London) και διδακτορικό στην ψυχογλωσσολογία/νευρογλωσσολογία (2010, School of Psychology and Clinical Language Sciences, University of Reading).
Στη συνέχεια εργάστηκε σαν ερευνητικός συνεργάτης στα πανεπιστήμια του Reading (2010-2011) και του Birmingham (2011-2012), για να επιστρέψει στο Reading ως υπεύθυνος εργαστηρίου MRI (2012-2013). Από το 2013 εργάζεται ως λέκτορας Γνωστικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Kent.

Επιμέλεια: Ειρήνη Νικολοπούλου

Διαβάστε εδώ το σχετικό δημοσίευμα του Eirinika.gr για την έρευνα του Χρήστου Πλιάτσικα

 

Το άρθρο αναρτήθηκε πρώτη φορά στο eirinika.gr στις 19 Ιανουαρίου του 2015.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σχόλια μέσω Facebook

"Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα στο τέλος θα δεις να σου απομένουν
μια ελιά, ένα αμπέλι, κι ένα καράβι... και με αυτά την ξαναφτιάχνεις"

Οδυσσέας Ελύτης