«Κάλπικη λίρα»: Η πιο ωραία ταινία για την Πρωτοχρονιά είναι «Made in Greece» και είναι η πρώτη ελληνική ταινία με διεθνή επιτυχία (ΦΩΤΟ- ΒΙΝΤΕΟ)

1 (1)

 «κάλπικη δεν είναι η λίρα σε αυτή την ιστορία… κάλπικο είναι, γενικά το χρήμα…»

Η γιορτινή ατμόσφαιρα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, δεν άφησε ασυγκίνητους κάποιους σκηνοθέτες που δημιούργησαν ταινίες (μερικές από αυτές επικές), μεταφέροντας στην μεγάλη οθόνη το κλίμα της βραδιάς.

Μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών για την Πρωτοχρονιά, είναι ελληνική και δεν είναι άλλη από την «Κάλπικη Λίρα»

Γύρω από μία κάλπικη λίρα η οποία δημιουργήθηκε από τον πρωταγωνιστή της πρώτης από τις τέσσερις ιστορίες δηλαδή τον Ανάργυρο και καταλήγει στη βασιλόπιτα του πλούσιου και τσιγκούνη Μαυρίδη την παραμονή της πρωτοχρονιάς και δεν καταφέρνει να προσφέρει στους κατόχους της εκείνα που ονειρεύονται, δηλαδή, τα πλούτη ξετυλίγονται τέσσερις ανθρώπινες ιστορίες και περιγράφεται γλαφυρά η ελληνική κοινωνία του 50 με την ιδιαίτερη οπτική γωνία του σκηνοθέτη Γιώργου Τζαβέλλα.

Η ταινία αποτελεί παράδειγμα σπονδυλωτής άρθρωσης, και την πρώτη τέτοια του ελληνικού κινηματογράφου, που αφορά 4 ιδιαίτερες μικρές ιστορίες με κοινό στοιχείο μια κάλπικη λίρα που μεταφέρεται από τη μία ιστορία στην άλλη.

1η Ιστορία- Και εγένετο η …. λίρα δια χειρός ερωτευμένου Ανάργυρου

Η πρώτη ιστορία, αφορά τον Ανάργυρο, ένα τίμιο βιοπαλαιστή και άριστο τεχνίτη, ο οποίος αφιέρωσε όλη του σχεδόν τη ζωή, δουλεύοντας, ως χαράκτης, για να μαζέψει 100 λίρες. Έναντι του μαγαζιού του, υπάρχει το γραφείο του Μιλτιάδη, του χρηματιστή, όπου εκεί ο Ανάργυρος εξαργύρωνε τις λίρες του. Όταν μάζεψε την εκατοστή, ο Ντίνος, ο υπάλληλος, που άκουσε πως ο Ανάργυρος, έχει 100 λίρες στην κατοχή του, τον προσέγγισε για να του προτείνει μία ατιμία: εφόσον τυγχάνει άριστος τεχνίτης, του πρότεινε να φτιάξει κάλπικες λίρες κι εκείνος να τις διοχετεύσει στην αγορά. Ο Ανάργυρος, καταρχήν, αρνήθηκε.

Αργότερα, ο Ντίνος, καθότι εργένης ο Ανάργυρος, του έθιξε το θέμα του έρωτα, κι ότι με τα λεφτά έρχονται και οι γυναίκες. Έτσι, του γνώρισε τη Φιφή, μία χωρισμένη γυναίκα, που είχε παντρευτεί έναν πλούσιο άντρα. Παρόλα αυτά, η Φιφή ήταν, παράλληλα, ερωμένη του Ντίνου, και είχαν στήσει παγίδα στον Ανάργυρο. Εκείνη, όμως, πρόδωσε και τον Ντίνο και πούλησε έρωτα στον Ανάργυρο, για να τον πείσει να φτιάξει κάλπικες λίρες, καθότι σε λίγο θα έχανε τα όποια πλούτη είχε αποκομίσει από τον πλούσιο γάμο της. Ο αφελής, Ανάργυρος, δέχτηκε.

Έτσι, έστηναν στο υπόγειο του σπιτιού της ένα μικρό εργαστήρι για την κατασκευή των λιρών. Ο Ανάργυρος σπατάλησε και τις 100 λίρες που είχε, για να εξοπλίσει το εργαστήρι του. Όταν, λοιπόν, κάποια στιγμή έφτιαξε τη κάλπικη λίρα, πριν προχωρήσουν, θέλησαν να τη δοκιμάσουν στην αγορά. Η δοκιμή απέτυχε, καθώς όλοι αντιλαμβάνονταν, από τον ήχο της, ότι ήταν κάλπικη. Κατόπιν, ο Αργύρης συνελήφθη από την αστυνομία, για κλοπές στο γραφείο που δούλευε, πράγμα που δε γνώριζε ο Ανάργυρος, ο οποίος όταν είδε τη σύλληψη του κόπηκαν τα πόδια. Παρόλα αυτά, συνάντησε έναν Ελληνοαμερικάνο, ο οποίος τον ήθελε για να φιλοτεχνήσει το καμπαναριό της εκκλησίας του χωριού. Αυτό ήταν ένα όνειρο ζωής για τον Ανάργυρο. Η κάλπικη λίρα του έμεινε και καθώς δεν ήθελε να την καταστρέψει, την έδωσε σε έναν τυφλό ζητιάνο, ο οποίος μόνο τυφλός δεν ήταν και κατάλαβε πως πρόκειται περί κάλπικης.

2η Ιστορία- Έγραψε ιστορία ο Φωτόπουλος ως «Αόοοοματος»

Η δεύτερη ιστορία ξεκινά με τον «τυφλό» ζητιάνο να προσπαθεί να απαλλαγεί από την κάλπικη λίρα. Εις μάτην όμως. Έχασε μία ολόκληρη μέρα χωρίς να καταφέρει τίποτα. Έτσι, όταν βράδιασε, γύρισε στη γνωστή του γωνία, η οποία, προς έκπληξή του, ήταν πιασμένη από τη Μαρία, μία ιερόδουλη. Η Μαρία κατάλαβε πως δεν είναι τυφλός, επειδή όταν έσκυψε να δει το καλσόν της, ο τυφλός κάρφωσε τα μάτια του εκεί πέρα. Κατόπιν ξεκίνησε ένας μεγάλος καυγάς μεταξύ τους.

Η διαμάχη συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες για το ποιος θα αποχωρίσει από εκείνη τη θέση: ο ένας χάλαγε τη δουλειά του άλλου.  Παρόλα αυτά, όταν ερχόταν ο αστυνόμος κανείς δεν κατέδιδε τον άλλον. Παράλληλα, έχανε και την ημέρα του, προσπαθώντας να απαλλαγεί από τη λίρα.

Φώτο: Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Σαν τελευταία λύση, εφόσον είχε απογοητευτεί, σκέφτεται να τη δώσει στη Μαρία. Όταν η Μαρία βλέπει τη λίρα ενθουσιάζεται και προτίθεται να κάνει έρωτα μαζί του. Το επόμενο πρωί, όμως, η Μαρία, παρά την αλλαγμένη προς αυτή διάθεση του ζητιάνου, ζητά τη λίρα, η οποία όμως είχε ξεγλυστρίσει από τη σκισμένη τσέπη του τυφλού. Κατόπιν της αποκάλυψε πως, έτσι κι αλλιώς, ήταν κάλπικη και ξεκίνησε κι άλλος μεγάλος καυγάς, ο οποίος διεκόπη από τον αστυνόμο. Στη γωνία, τέλος, δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος.

 3η Ιστορια- Συγκινεί η μικρή Φανίτσα

Η τρίτη ιστορία ξεκινά με μία φτωχή οικογένεια, η οποία ζούσε ευτυχισμένη από τη δουλειά του Αναστάση, που ήταν μπογιατζής, αλλά και ο άντρας μίας οικογένειας. Η οικογένεια είχε και μία κόρη, τη Φανίτσα. Ο Αναστάσης, όποτε δεν είχε δουλειά, προσφερόταν στους καταστηματάρχες, όπου χρωστούσε, να τους μπογιατίσει το μαγαζί για να πατσίσουν. Ο μόνος που δεν ήθελε άσπρισμα για να πατσίσουν, ήταν ο σπιτονοικοκύρης του, ο Μαυρίδης, ο οποίος τον απειλούσε με έξωση. Όταν, ο Μαυρίδης τον απείλησε ότι θα φωνάξει κλητήρα, και η Φανίτσα δεν έτρωγε το φαγητό της, την τρομοκράτησε ο πατέρας του ότι, αν δε φάει το φαγητό της, θα έρθει ο Μαυρίδης να τη φάει εκείνη. Έτσι, η Φανή μέχρι και εφιάλτες έβλεπε με τον Μαυρίδη και στο παιδικό της μυαλό φαινόταν πιο φοβερός και από δράκο παραμυθιού.

Η Φανίτσα, πλέον, όποτε τον έβλεπε άρχιζε να στριγγλίζει, χωρίς εκείνος να ξέρει το γιατί. Μία μέρα η οικογένεια Μαυρίδη είχε τραπέζι στον Κώστα, τον ανιψιό του Μαυρίδη. Ο Μαυρίδης τότε άρχισε να φωνάζει στη γυναίκα του για το πόσο ακριβό είναι το κρέας, ενώ εκείνη άρχισε να του κάνει παράπονά για αυτό το ελάττωμα, τη φιλαργυρία του, και, δείχνοντάς του, την οικογένεια του Αναστάση, που έπαιζε με τη Φανή, του είπε ότι αυτοί είναι πιο «πλούσιοι» από αυτούς, γιατί είναι ευτυχισμένοι. Με τον Κώστα (τον ανιψιό του) συζητούσαν για τις εξώσεις που προτίθεται να κάνει, όμως η γυναίκα του, τον παρακάλεσε να μην κάνει έξωση στον Αναστάση για το κοριτσάκι τους, έτσι θα πήγαινε ξανά να τους ζητήσει το νοίκι. Εκεί συνάντησε μόνο τη Φανίτσα, η οποία από τον τρόμο της πήγε κάτω από το κρεβάτι για να σωθεί. Ο Μαυρίδης τη ρώτησε γιατί αντιδράει έτσι, και εκείνη του είπε ό,τι άκουγε από τους μεγάλους: «ότι τρώει ανθρώπους», «ότι τους ρουφάει το αίμα» «ότι θα πεθάνει και θα τα πάρει μαζί του», και άλλα τέτοια. Ο Μαυρίδης έγινε έξαλλος από αυτά που άκουσε και, τελικά, τους πήγε δικαστικώς, με απόφαση, αν έως το τέλος του μήνα δεν πληρώσουν, θα τους πετάξει έξω.

Φώτο: Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Η μοίρα όμως έπαιξε περίεργο παιχνίδι στον Αναστάση, και πέθανε πριν προλάβει να ξεχρεώσει. Έτσι η μητέρα ξεκίνησε να πλένει ρούχα, κι αφού αρρώστησε κι αυτή, η Φανίτσα έκλεβε λουλούδια από τους τάφους του Νεκροταφείου για να τα πουλήσει. Ωστόσο, έφτασαν τα Χριστούγεννα και η Φανίτσα σκεφτόταν τον πατέρα της, που της είχε πάρει μία κούκλα δώρο. Η τύχη, παρ’όλα αυτά, την έφερε στη λίρα που είχε χάσει ο ζητιάνος και, δείχνοντάς την στη μητέρα της, της είπε εκείνη να πάει να της την χαλάσουν, όμως κανείς δεν ήθελε γιατί ήταν κάλπικη.

Επιστρέφοντας στο σπίτι βουρκωμένη την είδε ο Μαυρίδης, και αναρωτήθηκε γιατί κλαίει. Τότε εκείνη του είπε όλη την ιστορία, κι ακόμη ότι η λίρα είναι κάλπικη, τότε εκείνος της την χάλασε τη λίρα, έτσι κι αλλιώς, και της έδωσε και τα ψώνια που είχε για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, με μοναδικό αντάλλαγμα ένα φιλί. Τέλος, τον είδε η γυναίκα του ακόμα έξω από το σπίτι κι εκείνη, ζητώντας φλουρί για τη βασιλόπιτα, εκείνος της έδωσε, εκείνη την κάλπικη λίρα, την οποία την κέρδισε ένα νιόπαντρο ζευγάρι, η Αλίκη και ο Παύλος.

4η Ιστορία- Το πιο ωραίο «Σ’αγαπώ» του κόσμου…. κράτησε όσο μια κάλπικη λίρα

Η τέταρτη και τελευταία ιστορία ξεκινά στη φτωχική σοφίτα του Παύλου, (Δημήτρης Χόρν), ενός ζωγράφου, που έκανε μποέμικη ζωή. Μαζί του, έμενε και η γυναίκα του, η Αλίκη, (Έλλη Λαμπέτη), κόρη πλούσιας οικογένειας. Οι οικονομίες τους δεν έφταναν ούτε για τα βασικά, αλλά υπήρχε μεγάλη αγάπη. Μία φορά, λοιπόν, καθώς η Αλίκη αγκάλιαζε τον Παύλο του είπε: σ’ αγαπώ. Εκείνος εμπνεύστηκε, από το γυναικείο πρόσωπο, που τόσο αγνά και αληθινά, έλεγε σ’ αγαπώ, που αποφάσισε να αποθανατίσει αυτό το βλέμμα, ζωγραφίζοντάς το. Ενώ, εκείνη τη λίρα που είχαν κερδίσει από τον θείο του Παύλου, τον Μαυρίδη, τη βάλανε σε ένα κουμπαρά, παίρνοντας όρκο να μη τη χαλάσουν ποτέ, ως δείγμα που αντικατοπτρίζει την αγάπη τους.

Χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας, στην οποία η Αλίκη λέει στον Παύλο: «σ’ αγαπώ», κι εκείνος εμπνέεται για τον νέο του πίνακα. (Δημήτρης Χορν & Έλλη Λαμπέτη)

Για μέρες η Αλίκη καθόταν εκεί, και του έλεγε σ’ αγαπώ, αλλά αυτός ο πίνακας, ποτέ δεν τελείωνε, γιατί κι ο Παύλος την αγαπούσε, κι όλο άρχιζαν τις αγκαλιές. Παράλληλα, τα πράγματα όλο και δυσκόλευαν, οι μαγαζάτορες του έκοψαν και την πίστωση, ενώ τους είχαν κόψει και το ρεύμα και το αέριο. Τη λίρα όμως, δεν τη χαλούσαν. Ο Παύλος σαν μποέμ καλλιτέχνης που ήταν δεν ήθελε να δουλέψει, και μετά από συζήτηση που κάνανε, ο Παύλος είπε στην Αλίκη ότι οι καλλιτέχνες καλύτερα να μην παντρεύονται. Εν συνεχεία, όμως, ο Παύλος πήγε, τελικά και έβαψε, μία ταβερνίτσα, εκεί στην Πλάκα. Γυρίζοντας όμως η Αλίκη είχε φύγει, αφήνοντας ένα γράμμα, στο οποίο του έγραφε πως δε θέλει να σταθεί εμπόδιο στην τέχνη του, ενώ, τέλος, ημιτελής έμεινε και ο πίνακας «σ’ αγαπώ».

Φώτο: Ταινιοθήκης της Ελλάδος

Ο καιρός πέρασε και η Αλίκη, που είχε γυρίσει στον πατέρα της, του έκανε τη χάρη να παντρευτεί ένα οικογενειακό, πλούσιο, φίλο. Ωστόσο, δε σταμάτησε ποτέ να αγαπά τον Παύλο. Μετά το ταξίδι του μέλιτος, η Αλίκη πήγε με τον Δημήτρη, τον άντρα της, σε εκείνη την ταβέρνα, που ο Παύλος είχε ζωγραφίσει αρχικά ένα κίτρινο φεγγάρι και αργότερα την είχε βάψει. Εκεί, ρώτησε τον ταβερνιάρη για τον Παύλο, κι εκείνος της είπε ότι ακόμα είναι ο ίδιος κι ότι ακόμα πεινάει, ενώ, τέλος, της είπε ότι ετοιμάζει έκθεση με τους πίνακές του. Στην έκθεση αυτή, υπήρχε και ο πίνακας «σ’ αγαπώ». Αυτό δεν άρεσε στον Δημήτρη: να «εκθέτουν» τη γυναίκα του. Έτσι πήγε να τον αγοράσει, αλλά ο πίνακας δεν πουλιόταν. Όταν ο Παύλος τους είδε, είπε: αυτός ο πίνακας δεν πουλιέται, όπως έκανε το μοντέλο. Αργότερα η Αλίκη απόκτησε και παιδί.

Φώτο: Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Ο Παύλος, όμως, αν κι έγινε ένας διάσημος ζωγράφος, συνέχισε να ζει μποέμικα. Έτσι, σκέφτηκε να σπάσει τον κουμπαρά για να χαλάσει τη λίρα. Προς έκπληξή του, όμως, του είπαν πως τελικά είναι κάλπικη. Εφτά χρόνια πέρασαν και ο Παύλος συνάντησε ξανά την Αλίκη. Της είπε ότι η λίρα ήταν, τελικά, κάλπικη, αλλά εκείνη είπε πως ο έρωτάς τους δεν ήταν κι αυτός κάλπικος. Οι δύο νέοι, αν και ο ένας αγαπούσε τον άλλον ακόμα, τραβήξανε ξανά για τις ζωές τους, με τον Παύλο, να πετάει, κάτω στον δρόμο τη λίρα.

Στην ταινία υπάρχει αφηγητής, που συνδέει τις 4 αυτές ιστορίες, ο οποίος και κλείνει την ταινία με τη φράση: «κάλπικη δεν είναι η λίρα σε αυτή την ιστορία… κάλπικο είναι, γενικά το χρήμα…» , που αποτελεί και το κεντρικό νόημα του όλου φιλμ.

Πρόκειται για την πρώτη ελληνική ταινία με διεθνή επιτυχία, η οποία θεωρείται μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών.

Επιμέλεια Ειρήνη Πιτσόλη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σχόλια μέσω Facebook

"Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα στο τέλος θα δεις να σου απομένουν
μια ελιά, ένα αμπέλι, κι ένα καράβι... και με αυτά την ξαναφτιάχνεις"

Οδυσσέας Ελύτης